Ο ναός που οι Αθηναίοι αφιέρωσαν στην προστάτιδα της πόλης τους, Αθηνά Παρθένο, είναι το λαμπρότερο δημιούργημα της αθηναϊκής δημοκρατίας στην περίοδο της μεγάλης ακμής της και το αρτιότερο ως προς τη σύνθεση και την εκτέλεση από τα οικοδομήματα του Ιερού Βράχου. Κτίσθηκε κατά τα έτη 447-438 π.Χ., στο πλαίσιο του ευρύτερου οικοδομικού προγράμματος που συντελέσθηκε στην Ακρόπολη με πρωτοβουλία του Περικλή, και πάνω στη θέση παλαιότερων ναών αφιερωμένων στην Αθηνά. Ο Περίκλειος Παρθενών (Παρθενών ΙΙΙ) διαδέχθηκε έναν προηγούμενο ναό, το μαρμάρινο Προπαρθενώνα (Παρθενών ΙΙ), που άρχισε να κτίζεται μετά τη νίκη στο Μαραθώνα, περίπου το 490 π.Χ., αλλά δεν ολοκληρώθηκε ποτέ γιατί καταστράφηκε το 480 π.Χ. από τους Πέρσες. Αυτός με τη σειρά του είχε οικοδομηθεί στη θέση παλαιοτέρου ναού, του πρωταρχικού Παρθενώνα (Παρθενών Ι), που κτίσθηκε γύρω στο 570 π.Χ. Σήμερα ο επισκέπτης μπορεί να θαυμάσει το μαρμάρινο Παρθενώνα των χρόνων του Περικλή, σχεδιασμένο από τον Ικτίνο με συνεργάτη τον Καλλικράτη. Την ευθύνη του γλυπτού διακόσμου και του χρυσελεφάντινου αγάλματος της Αθηνάς, που βρισκόταν στο εσωτερικό του, καθώς και όλου του οικοδομικού προγράμματος του ναού, είχε ο διάσημος γλύπτης Φειδίας.
Πρόκειται για περίπτερο διπλό δωρικό ναό, που παρουσιάζει πολλά πρωτότυπα και μοναδικά στοιχεία στον αρχιτεκτονικό του σχεδιασμό. Έχει κυρίως ναό, ένα οπίσθιο διαμέρισμα στα δυτικά, πρόσταση στη δυτική και στην ανατολική πλευρά, και πτερό με 8 κίονες στη στενή πλευρά και 17 στη μακριά. Η διάμετρός τους ήταν ίδια με αυτή των κιόνων του Παρθενώνα ΙΙ, ώστε να αξιοποιηθούν τα μάρμαρα που είχαν ετοιμασθεί για εκείνους. Για την κατασκευή του ναού χρειάσθηκε να διαπλατυνθεί η στενή πλευρά του, αλλά χωρίς να απαιτηθούν μεγαλύτεροι κίονες. Το εσωτερικό του εκφράζει μία πρωτοποριακή αντίληψη, που συνδυάζει παλαιότερα και νέα στοιχεία: στο σηκό, όπου έμπαινε κανείς από τα ανατολικά, υπήρχε δίτονη δωρική κιονοστοιχία σε σχήμα Π και στο βάθος του ήταν τοποθετημένο το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς Παρθένου, που παριστανόταν πάνοπλη, φέρνοντας με το δεξί της χέρι τη Νίκη στους Αθηναίους. Στο δυτικό διαμέρισμα, όπου φυλασσόταν ο θησαυρός της πόλης, τοποθετήθηκαν τέσσερις ιωνικοί κίονες. Η στέγη του ναού ήταν δίρριχτη, καλυμμένη με μαρμάρινα κεραμίδια. Στις άκρες των μακρών πλευρών της υπήρχαν μαρμάρινα ακροκέραμα σε σχήμα ανθεμίου και στις τέσσερις γωνίες μαρμάρινες ψευδοϋδρορρόες σε σχήμα λεοντοκεφαλών. Στις γωνίες των αετωμάτων είχαν τοποθετηθεί αγάλματα ως ακρωτήρια και στην κορυφή τους περίτεχνα μαρμάρινα ανθέμια μεγάλου μεγέθους. Τα αετώματα του ναού κοσμούνται με γλυπτές συνθέσεις εμπνευσμένες από τη ζωή της θεάς Αθηνάς. Στο ανατολικό εικονίζεται η γέννηση της θεάς από το κεφάλι του πατέρα της Δία με την παρουσία όλων των θεών του Ολύμπου και στο δυτικό η διαμάχη της Αθηνάς και του Ποσειδώνα για την κηδεμονία της πόλης των Αθηνών, με την παρουσία θεών, μυθικών βασιλέων και ηρώων της Αττικής. Οι 92 μετόπες, που εναλλάσσονται με τα τρίγλυφα, είναι τοποθετημένες πάνω από το επιστύλιο της εξωτερικής κιονοστοιχίας του ναού και κάτω από το γείσο. Είναι διακοσμημένες με ανάγλυφες παραστάσεις, τα παλαιότερα από τα αρχιτεκτονικά γλυπτά του Παρθενώνα. Τα θέματα που απεικονίζουν προέρχονται από την ελληνική μυθολογία και αναπαριστούν μυθικές μάχες: στην ανατολική πλευρά παριστάνεται η Γιγαντομαχία, στη βόρεια ο Τρωικός πόλεμος, στη δυτική η Αμαζονομαχία και στη νότια η Κενταυρομαχία. Η ζωφόρος, ένα ακόμη ιωνικό στοιχείο που συνδυάζεται με το δωρικό ρυθμό, περιέτρεχε το επάνω μέρος του σηκού και των προστάσεων του ναού και το θέμα της διακόσμησής της ήταν η μεγαλοπρεπής πομπή των Παναθηναίων, της σημαντικότερης γιορτής των Αθηναίων προς τιμήν της θεάς Αθηνάς.
Ο Παρθενώνας διατήρησε αυτή τη μορφή μέχρι τον 5ο αι. μ.Χ., οπότε μετατράπηκε σε ναό αφιερωμένο αρχικά στην Αγία Σοφία και αργότερα στην Παναγία, ενώ στα χρόνια της Τουρκοκρατίας έγινε τζαμί. Το 1687, κατά την πολιορκία της Ακρόπολης από τον Μοροζίνι, ο Παρθενώνας ανατινάχθηκε από μία βόμβα των Ενετών και μεγάλο μέρος του κατέρρευσε, ενώ σοβαρές ζημιές υπέστη και στις αρχές του 19ου αιώνα, με τη διαρπαγή και λεηλασία του γλυπτού διάκοσμου του από το λόρδο Έλγιν, που είχε ως αποτέλεσμα μεγάλο μέρος των γλυπτών να βρίσκεται σήμερα στο Βρετανικό Μουσείο. Οι πρώτες προσπάθειες για τη συντήρηση και αναστήλωση του Παρθενώνα σημειώθηκαν ήδη από το 1896-1900 και το 1922-1933 πραγματοποιήθηκε το δεύτερο πρόγραμμα αναστήλωσής του. Σήμερα βρίσκονται σε εξέλιξη έργα συντήρησης και αποκατάστασης του μνημείου, στο πλαίσιο του ευρύτερου αναστηλωτικού προγράμματος που πραγματοποιείται στην Ακρόπολη από το 1975 από την Υπηρεσία Αναστήλωσης Μνημείων Ακροπόλεως σε συνεργασία με την Α΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, υπό την επίβλεψη της Επιτροπής Συντήρησης Μνημείων Ακροπόλεως.
Parthenon, Athens
The Parthenon, dedicated by the Athenians to Athena Parthenos, the patron of their city, is the most magnificent creation of Athenian democracy at the height of its power. It is also the finest monument on the Acropolis in terms of both conception and execution. Built between 447 and 438 BC, as part of the greater Periklean building project, this so-called Periklean Parthenon (Parthenon III) replaced an earlier marble temple (Parthenon II), begun after the victory at the battle of Marathon at approximately 490 BC and destroyed by the Persians in 480 BC. This temple had replaced the very first Parthenon (Parthenon I) of c. 570 BC. The Periklean Parthenon was designed by architects Iktinos and Kallikrates, while the sculptor Pheidias supervised the entire building program and conceived the temple’s sculptural decoration and chryselephantine statue of Athena.
The Parthenon is a double peripteral Doric temple with several unique and innovative architectural features. The temple proper is divided into pronaos, cella and opisthodomos, with a separate room at the west end, and is surrounded by a pteron with eight columns on each of the short sides and seventeen columns on the long ones. The columns had the same width as those of Parthenon II, so that use was made of the material prepared for it, even though the new temple was much broader than its predecessor. The interior demonstrates an innovative approach to both new and old elements: inside the cella a double pi-shaped colonnade established a background for the gold and ivory statue of Athena Parthenos, which showed the goddess in full armour carrying Nike (Victory) to the Athenians in her right hand. The west room, where the city’s treasures were kept, had four Ionic columns. The two-sloped wooden roof had marble tiles, marble palmette-shaped false antefixes along the edge of its long sides and false spouts in the shape of lion heads at the corners. Marble statues adorned the corners of the pediments and large, ornate palmettes their apex. The pediments were decorated with sculptural compositions inspired from the life of the goddess Athena. The east pediment depicted the birth of the goddess, who sprang from the head of her father, Zeus, before an assembly of the Olympian gods, while the west pediment showed Athena and Poseidon disputing for the possession of the city of Athens before the gods, heroes and mythical kings of Attica. Ninety-two metopes alternating with triglyphs were placed above the epistyle of the outer colonnade and under the architrave. All of them were adorned with reliefs, the earliest sculptures of the Parthenon. Their themes were derived from legendary battles: the Gigantomachy was depicted on the eastern side, the Trojan War on the northern side, the Amazonomachy on the western side and the Centauromachy on the southern side. The frieze, an element of the Ionic order, brilliantly added to this Doric temple along the top of the cella, pronaos and opisthodomos, depicted the splendid procession of the Panathinaia, the greatest festival of Athens in honour of Athena.
The Parthenon remained unchanged until the fifth century AD, when it was converted into a church dedicated first to Saint Sophia and later to the Panagia (Virgin Mary). Under Turkish rule it became a mosque. In 1687, during the siege of the Acropolis by Morozini, the Parthenon was bombarded and largely destroyed. Further serious damage was caused in the early nineteenth century by Lord Elgin, who looted much of the temple’s sculptural decoration and sold it to the British Museum. Conservation and restoration of the Parthenon took place in 1896-1900 and again in 1922-1933. A vast conservation and restoration program of the monuments of the Acropolis, including the Parthenon, is currently under way since 1975 by the Service of Restoration of the Monuments of the Acropolis in collaboration with the First Ephorate of Prehistoric and Classical Antiquities, under the supervision of the Committee for the Conservation of the Monuments of the Acropolis.
ΠΗΓΗ:http://odysseus.culture.gr/ Συντάκτης Ιωάννα Βενιέρη, Αρχαιολόγος